αμφιβολία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμφιβολία

  • aɱ.fi.voˈli.a

Where it comes from

αμφιβολία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμφιβολία (αρχική σημασία: επίθεση από δυο μεριές. Επίσης αρχαία και η σημασία δισταγμός.)

noun αμφιβολία · αμφιβολίες · αμφιβολίας · αμφιβολιών

  1. αβεβαιότητα, δυσπιστία, δισταγμός ※ Είχε ενημερωθεί δίχως αμφιβολία η οιονεί πεθερά μου ακόμα και για τη ροπή μου προς την ουρολαγνεία, που άλλοτε την έβρισκε η Σύνθια σιχαμένη και άλλοτε ερεθιστική. (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)

In English

  • doubt disbelief or uncertainty (about something)

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμφιβολία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμφιβολία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αμφιβολία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμφιβολία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}