αμφισβητίας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αμφισβητίας
Where it comes from
αμφισβητίας < αμφισβητώ
noun αμφισβητίας · αμφισβητίες · αμφισβητία · αμφισβητιών
- εκείνος/η που αμφισβητεί τα πάντα, που δεν αμφισβητεί απλώς κάτι συγκεκριμένο, αλλά εγείρει διαρκώς ενστάσεις για όλα ※ Έλεγε ο Αντώνης τις αντιρρήσεις του, αλλά ποιός δίνει σημασία σ'έναν που απ' την εξορία ακόμα ήταν μόνιμος αντιρρησίας και αμφισβητίας , ενώ πάντα δήλωνε κομμουνιστής .... Στο τέλος του κόλλησαν το παρατσούκλι Αντώνης ο σεχτάρ, μέχρι που αγανάκτησε, υπέγραψε και βγήκε. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Μια ζ
In English
- dissenter someone who dissents
- deviationist One who deviates from accepted beliefs or policies
Talk about this word "αμφισβητίας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αμφισβητίας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82 "αμφισβητίας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αμφισβητίας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B7%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}