αμφισβητώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμφισβητώ

  • aɱ.fi.zviˈto

Where it comes from

αμφισβητώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμφισβητῶ, συνηρημένος τύπος του ἀμφισβητέω < ἀμφίς / ἀμφί + βαίνω

verb αμφισβητώ · αμφισβητούσα · αμφισβήστησα · αμφισβητούμαι · αμφισβητήθηκα · αμφισβητημένος

  1. δεν παραδέχομαι ή δεν αποδέχομαι κάποιον ισχυρισμό ή ότι κάτι που αναφέρθηκε έγινε πραγματικά ※ οι Μέδικοι, σε βίο τρυφηλό δοσμένοι, ωραιοπαθείς, ηδονολάτρες, εκστασιαζόμενοι μπροστά σε έργα ανθρώπινα που τάχα εδόξαζαν μα στην πραγματικότητα αμφισβητούσαν το μεγαλείο του Κυρίου. (Νέα Εστία, τόμος 86, 1969, σελ. 1061)
  2. εκφράζω αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις για την εγκυρότητα ή την ισχύ κάποιας δημόσιας αρχής

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμφισβητώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B7%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμφισβητώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B7%CF%84%CF%8E

Chicago

"αμφισβητώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B7%CF%84%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμφισβητώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%B7%CF%84%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}