αμφορέας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμφορέας

  • aɱ.foˈɾe.as

Where it comes from

αμφορέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμφορεύς → δείτε τις λέξεις ἀμφί και φέρω

noun αμφορέας · αμφορείς · αμφορέα · αμφορέως · αμφορέων

  1. κεραμική, αρχαιολογία είδος κλειστού αγγείου με δύο λαβές για την αποθήκευση και μεταφορά υγρών ※ Ο οπλιτοδρόμος του επισήματος της ασπίδας αυτής, ως προς τη στάση του, θα ήταν πολύ όμοιος με αυτούς των επισημάτων του δεύτερου και τρίτου αθλητή στον παναθηναϊκό αμφορέα στη Μπολώνια αριθ . PU 198, (Μιχάλης Α. Τιβέριος , Περίκλεια Παναθήναια: ένας κρατήρας του ζωγράφου του Μονάχου 2335, εκδ. Ανδ

In English

  • amphora large clay vessel used in ancient Greece and Rome for storing wine and oil

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμφορέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμφορέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82

Chicago

"αμφορέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμφορέας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}