ανάγνωση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανάγνωση

  • aˈna.ɣno.si

Where it comes from

ανάγνωση < αρχαία ελληνική ἀνάγνωσις < ἀναγιγνώσκω

noun ανάγνωση · αναγνώσεις · ανάγνωσης · αναγνώσεων

  1. η κατανόηση ενός γραπτού κειμένου, μέσα από την αναγνώριση των συμβόλων του ※ Η Δυσαναγνωσία είναι μία νευρολογικής φύσεως μαθησιακή δυσκολία η οποία εμποδίζει ειδικά την ικανότητα ενός ατόμου στην ανάγνωση. Ένα άτομο με δυσαναγνωσία τυπικά διαβάζει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το αναμενόμενο παρά την ύπαρξη τουλάχιστον μέσης νοημοσύνης.

    Similar: διάβασμα

  2. η απόδοση ενός γραπτού κειμένου με προφορικό λόγο ενώπιον ενός ακροατηρίου ή όχι
  3. σχολείο το μάθημα στο οποίο οι μαθητές μαθαίνουν να αποδίδουν προφορικά ένα γραπτό κείμενο (συνεκδοχικά) το κείμενο του παραπάνω μαθήματος
  4. η κατανόηση των συμβόλων μιας άγνωστης ακόμη γλώσσας, η αποκρυπτογράφηση
  5. η πρώτη προσέγγιση των ρόλων ενός θεατρικού έργου, κατά την πρώτη κοινή συνάντηση των ηθοποιών που θα τους ερμηνεύσουν
  6. ο τρόπος ερμηνείας ενός μηνύματος με πολλές σημασίες
  7. η νομοθετική διαδικασία

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανάγνωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανάγνωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"ανάγνωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανάγνωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}