ανάδρομος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανάδρομος
Where it comes from
ανάδρομος < ελληνιστική κοινή ἀνάδρομος
adjective ανάδρομος · ανάδρομη · ανάδρομο
- που κινείται προς τα πάνω, που κινείται αντίθετα με τη φυσική ροή ή φορά (ειδικότερα) (ιχθυολογία) που αφορά το είδος ψαριού που μετακινείται («ανέρχεται») από τη θάλασσα στα ποτάμια για να γεννήσει
- που κινείται από τα αριστερά προς τα δεξιά
Similar: ανάποδος, ανάστροφος · Opposite: ορθόδρομος, ιχθυολογία, Κατηγορία:Ιχθυολογία (νέα ελληνικά) καταδρομικός, κατάδρομος
Thesaurus
adjective
Similar: ανάποδος, ανάστροφος · Opposite: ορθόδρομος, ιχθυολογία, Κατηγορία:Ιχθυολογία (νέα ελληνικά) καταδρομικός, κατάδρομος
In English
- anadromous of migratory fish
Talk about this word "ανάδρομος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανάδρομος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82 "ανάδρομος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανάδρομος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}