ανάδρομος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανάδρομος

Where it comes from

ανάδρομος < ελληνιστική κοινή ἀνάδρομος

adjective ανάδρομος · ανάδρομη · ανάδρομο

  1. που κινείται προς τα πάνω, που κινείται αντίθετα με τη φυσική ροή ή φορά (ειδικότερα) (ιχθυολογία) που αφορά το είδος ψαριού που μετακινείται («ανέρχεται») από τη θάλασσα στα ποτάμια για να γεννήσει
  2. που κινείται από τα αριστερά προς τα δεξιά

Similar: ανάποδος, ανάστροφος · Opposite: ορθόδρομος, ιχθυολογία, Κατηγορία:Ιχθυολογία (νέα ελληνικά) καταδρομικός, κατάδρομος

noun ανάδρομος · ανάδρομοι · ανάδρομου · ανάδρομων · ανάδρομο

  1. ναυτικός όρος σχοινί μεταξύ ιστίων, ή μεταξύ ιστίου και καταστρώματος ή προβόλου, τεντωμένο λοξά πρβ. αναδρομικό ιστίο

    Similar: πρότονος, στράλι

  2. vulgar, λαϊκότροπο πολύ ανηφορικός δρόμος, μεγάλος ανήφορος,

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανάδρομος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανάδρομος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"ανάδρομος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανάδρομος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}