ανάλογα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανάλογα

  • aˈna.lo.ɣa

Where it comes from

ανάλογα < (λόγιο δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναλόγως + -α

adverb ανάλογα

  1. σε συμφωνία με κάτι, κατ' αναλογία, λαμβάνοντας έμμεσα και γενικά υπόψη κάποια μεγέθη (όχι απαραιτήτως κυριολεκτικά με ακριβείς αναλογίες και αναλογικά) Ο τεμαχισμός πρέπει να γίνει ανάλογα με τις διαστάσεις που θέλουμε να δώσουμε
  2. σύμφωνα με τις συνθήκες, σε αναλογία με κάποιο άλλο μέγεθος, με το μέγεθος ενός παράγοντα που εμείς θεωρούμε ουσιαστικό ή που όντως είναι -Θα πάτε στην Κρήτη φέτος; -Θα δούμε· ανάλογα με τα κέφια μας.

    Similar: σύμφωνα

  3. απόλυτο ταιριαστά, με τον τρόπο που αρμόζει, με τρόπο αντίστοιχο Αφού αυτός είναι γαϊδούρι, αν του απαντούσα ευγενικά θα ήταν ξένη γλώσσα για δαύτον. Του μίλησα λοιπόν ανάλογα για να συνεννοηθούμε.

    Similar: αντίστοιχα

Similar: σχετικά

adjective ανάλογα

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλογος

Thesaurus

adverb

Similar: σχετικά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανάλογα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανάλογα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1

Chicago

"ανάλογα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανάλογα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}