ανάλογα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανάλογα
- aˈna.lo.ɣa
Where it comes from
ανάλογα < (λόγιο δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναλόγως + -α
adverb ανάλογα
- σε συμφωνία με κάτι, κατ' αναλογία, λαμβάνοντας έμμεσα και γενικά υπόψη κάποια μεγέθη (όχι απαραιτήτως κυριολεκτικά με ακριβείς αναλογίες και αναλογικά) Ο τεμαχισμός πρέπει να γίνει ανάλογα με τις διαστάσεις που θέλουμε να δώσουμε
-
σύμφωνα με τις συνθήκες, σε αναλογία με κάποιο άλλο μέγεθος, με το μέγεθος ενός παράγοντα που εμείς θεωρούμε ουσιαστικό ή που όντως είναι
-Θα πάτε στην Κρήτη φέτος; -Θα δούμε· ανάλογα με τα κέφια μας.
Similar: σύμφωνα
-
ταιριαστά, με τον τρόπο που αρμόζει, με τρόπο αντίστοιχο
Αφού αυτός είναι γαϊδούρι, αν του απαντούσα ευγενικά θα ήταν ξένη γλώσσα για δαύτον. Του μίλησα λοιπόν ανάλογα για να συνεννοηθούμε.
Similar: αντίστοιχα
Similar: σχετικά
adjective ανάλογα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ανάλογος
Thesaurus
adverb
Similar: σχετικά
In English
- proportionally in proportion
- analogously in an analogous manner
Talk about this word "ανάλογα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ανάλογα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1 "ανάλογα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανάλογα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}