ανάμειξη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανάμειξη
Where it comes from
ανάμειξη < μεταγενέστερη ελληνική ἀνάμειξις (ή ἀνάμιξις)
noun ανάμειξη · αναμείξεις · ανάμειξης · αναμείξεων
- το ανακάτεμα διαφόρων ουσιών για τη διαμόρφωση-σχηματισμό ενός μείγματος, συνήθως όχι με καλό σκοπό η ανάμειξη λαδιών τα νοθεύει κι εσύ νομίζεις ότι παίρνεις ελαιόλαδο αλλά αυτοί είναι ικανοί να έχουν βάλει μέσα ακόμα και πετρέλαιο
- η ενασχόληση με κάτι που υπονοείται ότι δεν είναι θετικό γενικά ή που δεν είναι θετικό για μια συγκεκριμένη περίπτωση Η ανάμειξή της στην πολιτική, μας την στέρησε από την ψυχιατρική έρευνα στην οποία ήταν άριστη
- η παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις, σε υποθέσεις που νομότυπα και ηθικά δεν έχει κάποιος λόγο επειδή αφορούν άλλη οικογένεια, άλλο έθνος, άλλο τομέα
In English
- involvement the act of involving or state of being involved
Talk about this word "ανάμειξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ανάμειξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BE%CE%B7 "ανάμειξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BE%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανάμειξη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%BE%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}