ανάμνηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανάμνηση
Where it comes from
ανάμνηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάμνησις και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική mémoire
noun ανάμνηση · αναμνήσεις · ανάμνησης · αναμνήσεων
- ένα γεγονός από το παρελθόν Παιδί μου σαν να χάθηκαν οι αναμνήσεις μου. Κοιτώ παλιές φωτογραφίες και δεν θυμάμαι τίποτα πλέον ...
- ένα παρελθοντικό γεγονός που μπορεί κάποιος να ανακαλέσει στη μνήμη του Από αυτό το ταξίδι έχω μόνο ευχάριστες αναμνήσεις
- αντικείμενο που θυμίζει κάποιο γεγονός, το αναμνηστικό, αλλά συνήθως σε αυτή την περίπτωση συνδοευόμενο από το σαν Κράτησα το ποτήρι που είχε κι έπινε στα τελευταία της η μάνα μου σαν ανάμνηση ότι εκτός από πίκρες, της έδωσα κι ένα ποτήρι νερό
In English
- memory stored record
- recollection act of recalling to the memory
- reminiscence act of remembering
Talk about this word "ανάμνηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ανάμνηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7 "ανάμνηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανάμνηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}