ανάμνηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανάμνηση

Where it comes from

ανάμνηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάμνησις και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική mémoire

noun ανάμνηση · αναμνήσεις · ανάμνησης · αναμνήσεων

  1. ένα γεγονός από το παρελθόν Παιδί μου σαν να χάθηκαν οι αναμνήσεις μου. Κοιτώ παλιές φωτογραφίες και δεν θυμάμαι τίποτα πλέον ...
  2. ένα παρελθοντικό γεγονός που μπορεί κάποιος να ανακαλέσει στη μνήμη του Από αυτό το ταξίδι έχω μόνο ευχάριστες αναμνήσεις
  3. αντικείμενο που θυμίζει κάποιο γεγονός, το αναμνηστικό, αλλά συνήθως σε αυτή την περίπτωση συνδοευόμενο από το σαν Κράτησα το ποτήρι που είχε κι έπινε στα τελευταία της η μάνα μου σαν ανάμνηση ότι εκτός από πίκρες, της έδωσα κι ένα ποτήρι νερό

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανάμνηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανάμνηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"ανάμνηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανάμνηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}