ανέγγιχτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανέγγιχτος

Where it comes from

ανέγγιχτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀνέγγιχτος < ά- στερητικό + (ἐγγίζω) εγγικτ- + -ος

adjective ανέγγιχτος · ανέγγιχτη · ανέγγιχτο · ανέγγιχτου · ανέγγιχτης

  1. που δεν έχει αγγιχθεί Αυτή η γυναίκα βρε παιδί μου λες κι έμεινε ανέγγιχτη από το χρόνο
  2. αγνός Αυτές οι περιοχές έχουν μείνει σχετικά ανέγγιχτες από τον τουρισμό και μπορείς να βρεις ανθρώπους που σου λένε "καλώς ήρθατε" χωρίς να σε κοιτάζουν στο πορτοφόλι
  3. dated, παρωχημένο για κορίτσι που δεν έχει έως τώρα ερωτικές σχέσεις (με την έννοια ότι δεν το έχει αγγίξει ερωτικά κανένας άνδρας)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανέγγιχτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CE%B9%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανέγγιχτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CE%B9%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ανέγγιχτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CE%B9%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανέγγιχτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CE%B9%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}