ανέκδοτο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανέκδοτο

  • aˈnek.ðo.to

Where it comes from

ανέκδοτο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ανέκδοτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνέκδοτον (έργο που δεν έχει εκδοθεί) (στον πληθυντικό αριθμό ἀνέκδοτα) < αρχαία ελληνική ἀνέκδοτος ((για κόρη) που δεν έχει παντρευτεί)

noun ανέκδοτο · ανέκδοτα · ανεκδότου · ανέκδοτου · ανεκδότων

  1. η μικρή ιστορία που στόχο έχει να προκαλέσει γέλιο
  2. το συμβάν που αφορά ιστορικούς χρόνους αλλά δεν θεωρείται, επίσημα, σαν μέρος της ιστορίας και ίσως δεν έχει επαληθευθεί

Similar: ευθυμολόγημα

adjective ανέκδοτο · ανέκδοτα · ανεκδότου · ανέκδοτου · ανεκδότων

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του ανέκδοτος
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανέκδοτος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανέκδοτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BA%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανέκδοτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BA%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF

Chicago

"ανέκδοτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BA%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανέκδοτο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%BA%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}