ανέραστος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανέραστος
Where it comes from
ανέραστος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐράω / ἐρῶ
adjective ανέραστος · ανέραστη · ανέραστο · ανέραστου · ανέραστης
- που δεν ερωτεύεται, που ζει χωρίς έρωτα στη ζωή του
- άκαρδος, σκληρός ※ Τον τρόπο της ζωής τον σπουδάζουμε πάντοτε σαν χαμένο παράδεισο. Τον ψηλαφούμε στη στέρηση, στο εκμαγείο της απουσίας του. Έγγλυφο ίχνος του τρόπου της ζωής είναι η πίκρα της μοναξιάς στην ψυχή μας, η ανέραστη μοναχικότητα. (Χρήστος Γιανναράς, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, Δόμος, Αθήνα 1991, σσ. 7-10)
Similar: ανερώτευτος · Opposite: αξιέραστος, εράσιμος
Thesaurus
adjective
Similar: ανερώτευτος · Opposite: αξιέραστος, εράσιμος
Talk about this word "ανέραστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανέραστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82 "ανέραστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανέραστος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}