αναίρεση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναίρεση
Where it comes from
αναίρεση < αρχαία ελληνική ἀναίρεσις
noun αναίρεση · αναιρέσεις · αναίρεσης · αναιρέσεων
- η ακύρωση μιας αλλαγής ο Άρειος Πάγος ως ανώτατο δικαστήριο του κράτους, δικάζει μετά την άσκηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης εκ των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων
- η ακύρωση της αλλοίωσης ενός φθόγγου που είχε προηγουμένως αλλοιωθεί από μία δίεση ή μία ύφεση διπλή αναίρεση (♮♮), αναίρεση δίεση (♮♯), αναίρεση ύφεση (♮♮): αλλοιώσεις που δεν χρησιμοποιούνται πλέον σήμερα
In English
- natural musical note, symbol
- refutation an act of refuting
Talk about this word "αναίρεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αναίρεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7 "αναίρεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναίρεση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}