αναίρεση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναίρεση

Where it comes from

αναίρεση < αρχαία ελληνική ἀναίρεσις

noun αναίρεση · αναιρέσεις · αναίρεσης · αναιρέσεων

  1. η ακύρωση μιας αλλαγής ο Άρειος Πάγος ως ανώτατο δικαστήριο του κράτους, δικάζει μετά την άσκηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης εκ των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων
  2. μουσική, ♮ η ακύρωση της αλλοίωσης ενός φθόγγου που είχε προηγουμένως αλλοιωθεί από μία δίεση ή μία ύφεση διπλή αναίρεση (♮♮), αναίρεση δίεση (♮♯), αναίρεση ύφεση (♮♮): αλλοιώσεις που δεν χρησιμοποιούνται πλέον σήμερα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναίρεση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναίρεση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7

Chicago

"αναίρεση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναίρεση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B5%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}