αναβάθμιση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναβάθμιση

  • a.naˈva.θmi.si

Where it comes from

αναβάθμιση < (καθαρεύουσα) ἀναβάθμι(σις) + -ση < αναβαθμίζω αναβαθμι- + -ση

noun αναβάθμιση · αναβαθμίσεις · αναβάθμισης · αναβαθμίσεων

  1. η βελτίωση κάποιου χαρακτηριστικού ή προσθήκη κάποιου νέου
  2. γεωπονία η αναβαθμίδωση, η δημιουργία αναβαθμίδων
  3. πληροφορική, λογισμικό η αντικατάσταση λογισμικού με νεώτερη έκδοση ή με άλλο πιο βελτιωμένο ή η προσθήκη λειτουργικότητας που αγοράζεται ξεχωριστά σημείωση: διαφέρει από την απλή ενημέρωση (update)

    Opposite: καθαρή εγκατάσταση

  4. πληροφορική, υλικό υπολογιστή η επέκταση του συστήματος με βελτίωση των πόρων του (μνήμη, επεξεργαστές, περιφεριακά, κλπ.) ή η πλήρης αντικατάστασή του με ένα μεγαλύτερο

In English

  • upgrade an improved component or replacement item

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναβάθμιση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναβάθμιση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7

Chicago

"αναβάθμιση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναβάθμιση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}