αναβολέας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναβολέας

Where it comes from

* αναβολέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναβολεύς (ιπποκόμος που βοηθάει τον αναβάτη)

noun αναβολέας · αναβολείς · αναβολέα · αναβολέως · αναβολέων

  1. μεταλλικός κρίκος που κρέμεται από τη σέλα. Χρησιμεύει στον αναβάτη για να ανέβει πάνω στη ράχη του ζώου. στήριξε το δεξί του πόδι στον αναβολέα και δίνοντας μια ώθηση βρέθηκε καβάλα στο άλογο
  2. ανατομία ένα από τα τρία ακουστικά οστάρια του μέσου ωτός που έχει σχήμα όμοιο με του αναβολέα σέλας (γι' αυτό και η ονομασία).

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναβολέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναβολέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%B1%CF%82

Chicago

"αναβολέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναβολέας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}