αναγκάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναγκάζω
- a.naŋˈɡa.zo
Where it comes from
αναγκάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀναγκάζω
verb αναγκάζω · ανάγκασα · αναγκάζομαι · αναγκάστηκα · αναγκασμένος
- υποχρεώνω, επιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του ※ Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη
In English
Talk about this word "αναγκάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αναγκάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B6%CF%89 "αναγκάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναγκάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}