αναγνωρίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναγνωρίζω

Where it comes from

αναγνωρίζω < αρχαία ελληνική ἀναγνωρίζω < ἀνά + γνωρίζω

verb αναγνωρίζω · αναγνώριζα · θα αναγνωρίζω · να αναγνωρίζω · αναγνωρίζοντας

  1. ταυτίζω κάτι ή κάποιον που βλέπω με κάτι ή κάποιον που γνωρίζω από παλιά μετά από τόσα χρόνια που είχα να τον δω, δεν μπόρεσα να τον αναγνωρίσω
  2. διαπιστώνω οπτικά την ταυτότητα προσώπου ή αντικειμένου και έτσι αυτό παύει να είναι άγνωστο οι συγγενείς κλήθηκαν από την αστυνομία για να αναγνωρίσουν το πτώμα
  3. ... τα αεροσκάφη αναγνώρισαν τους στόχους τους
  4. παραδέχομαι αναγνωρίζω τα λάθη μου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναγνωρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναγνωρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"αναγνωρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναγνωρίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}