αναγνωριστικό
Ελληνικά
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
αναγνωριστικό
形容詞 αναγνωριστικό
- αιτιατική ενικού του αναγνωριστικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αναγνωριστικός
名詞 αναγνωριστικό
- identifier: το όνομα που ταυτοποιεί (διότι είναι μοναδικό) μία οντότητα σε ένα πρόγραμμα, όπως είναι τα ονόματα που δίδονται σε μεταβλητές, τύπους δεδομένων, συναρτήσεις, κλάσεις και μπορεί να δημιουργηθεί από τον χρήστη ή να προϋπάρχει ενσωματωμένο (δεσμευμένο αναγνωριστικό) στη γλώσσα προγραμματισμού
英語で
- name computing: unique identifier
- identifier formal name used in source code to refer to a variable, function, procedure, pac
この単語について話す "αναγνωριστικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. αναγνωριστικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C "αναγνωριστικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {αναγνωριστικό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}