αναγνώστης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναγνώστης¹

Where it comes from

αναγνώστης < ελληνιστική κοινή ἀναγνώστης < αρχαία ελληνική γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵneh₃-

noun αναγνώστης · αναγνώστες · αναγνώστη · αναγνωστών

  1. αυτός που διαβάζει ένα κείμενο ※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
  2. θρησκεία αυτόνομο αξίωμα κατωτέρου κληρικού, ο οποίος που διαβάζει τα ιερά κείμενα κατά τη διάρκεια εκκλησιαστικής ακολουθίας, κατόπιν χειροθεσίας (ειδικής ευχής) του επισκόπου

Αναγνώστης²

  • a.naˈɣno.stis

Where it comes from

Αναγνώστης < αναγνώστης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

proper noun Αναγνώστης · Αναγνώστηδες · Αναγνώστη · Αναγνώστηδων

  1. ανδρικό όνομα, δημοφιλές στον 18ο αιώνα
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Αναγνώστη)

In English

  • reader person who reads a publication

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναγνώστης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναγνώστης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"αναγνώστης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναγνώστης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}