αναδευτήρας
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
αναδευτήρας
Από πού έρχεται
αναδευτήρας < αναδεύω + -τήρας
ουσιαστικό αναδευτήρας · αναδευτήρες · αναδευτήρα · αναδευτήρων
- εργαλείο, εξάρτημα ή συσκευή που αναδεύει, ανακατεύει υλικά (συνήθως ένα υγρό μείγμα).
Παρόμοιες: αναδευτήρι, αναμικτήρας, αναμικτήρι, χτυπητήρι, αβγοδάρτης
Συνώνυμα και αντώνυμα
ουσιαστικό
Παρόμοιες: αναδευτήρι, αναμικτήρας, αναμικτήρι, χτυπητήρι, αβγοδάρτης
Συζήτησε αυτή τη λέξη "αναδευτήρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αναδευτήρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82 "αναδευτήρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {αναδευτήρας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}