αναδρομή
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
αναδρομή
De unde vine
αναδρομή < αρχαία ελληνική ἀναδρομή
substantiv αναδρομή · αναδρομές · αναδρομής · αναδρομών
- η επιστροφή σε κάτι που έχει γίνει στο παρελθόν
- η αναπόληση, η ανασκόπηση γεγονότων του παρελθόντος
- η διαδικασία ανάσυρσης και αναβίωσης αναμνήσεων από το ασυνείδητο
- η κλήση συνάρτησης μέσα από τον εαυτό της, μέσα από το σώμα της
- μια αφηγηματική τεχνική κατά την οποία ο συγγραφέας διακόπτει τη φυσική, ευθύγραμμη ροή του χρόνου στο παρόν για να εξιστορήσει γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν ≈ συνώνυμα: ανάληψη
Asemănătoare: ρετροσπεκτίβα
Sinonime și antonime
substantiv
Asemănătoare: ρετροσπεκτίβα
În engleză
Discută despre acest cuvânt "αναδρομή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. αναδρομή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE "αναδρομή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {αναδρομή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}