αναζήτηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναζήτηση

Where it comes from

αναζήτηση < αρχαία ελληνική ἀναζήτησις < ἀναζητέω

noun αναζήτηση · αναζητήσεις · αναζήτησης · αναζητήσεων

  1. επίμονη έρευνα για κάτι που έχει χαθεί ή για κάτι που θέλουμε να μάθουμε ※ «Ο χώρος αφηγείται». Με τον ίδιο τρόπο που αφηγούνται και τα άλλα στοιχεία της ταινίας του. Είναι ένα στοιχείο ισοδύναμο με τους ηθοποιούς, ισοδύναμο με το διάλογο. Γι' αυτό και το ρεπεράζ (η αναζήτηση των χώρων) είναι πολύ σημαντικό για κείνον. (Κωνσταντίνος Α. Θέμελης, Θόδωρος Αγγελόπουλος το πα
  2. figuratively, μεταφορικά έντονη επιθυμία

In English

  • search an attempt to find something
  • quest journey or effort in pursuit of a goal
  • hunting looking for something

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναζήτηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναζήτηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"αναζήτηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναζήτηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}