米克温

αναθεματισμένος

Ελληνικά

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

αναθεματισμένος

  • a.na.θe.ma.tiˈzme.nos

它从哪里来

αναθεματισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναθεματίζω

动词 αναθεματισμένος · αναθεματισμένη · αναθεματισμένο · αναθεματισμένου · αναθεματισμένης

  1. literally, κυριολεκτικά που έχει αναθεματιστεί, καταραστεί άλλες μορφές: παναθεματισμένος
  2. literally, κυριολεκτικά, εκκλησιαστικός όρος που έχει αφοριστεί από την εκκλησία
  3. familiar, figuratively, μεταφορικά, προφορικό που έχει προξενήσει δυσκολίες, δυσφορία, και το καταριόμαστε Δεν το αντέχω το αναθεματισμένο το τηλέφωνο! Συνεχώς χτυπάει «ντριν, ντριν»!

讨论这个词

引用
MLA

"αναθεματισμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναθεματισμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"αναθεματισμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναθεματισμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}