αναθυμίαση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναθυμίαση

  • a.na.θiˈmi.a.si

Where it comes from

αναθυμίαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναθυμίασις

noun αναθυμίαση · αναθυμιάσεις · αναθυμίασης · αναθυμιάσεων

  1. τα συνήθως αλλά όχι πάντα δύσοσμα, δυσάρεστα -για την πνιγηρότητα που ίσως προκαλούν- ή και τοξικά αέρια τα οποία προέρχονται από διάφορες πηγές -είτε από καύση ουσιών, είτε από σήψη είτε από χημικές αντιδράσεις που αναδίδουν ατμούς. ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Μικρά Αγγλία, (1997), [μυθιστόρημα]

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναθυμίαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναθυμίαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"αναθυμίαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναθυμίαση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%AF%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}