ανακάτωμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανακάτωμα
Where it comes from
ανακάτωμα < ανακατώνω
noun ανακάτωμα · ανακατώματα · ανακατώματος · ανακατωμάτων
- ανάμιξη γιά σκόπιμη σύγχυση, ώστε κάτι να μην είναι σε προβλέψιμη θέση Τέτοιο ανακάτωμα σε τράπουλα μόνο γκρουπιέρη και χαρτοκλέφτη έχω δει να κάνουν. Ξέρω ότι δεν είσαι γκρουπιέρης.
- ανάμιξη ξένων στοιχείων Χρειάζεται γερό ανακάτωμα για να διαλυθεί καλά η μπογιά μέσα στο νερό προτού βάψουμε
- ανάδευση, η κίνηση που κάνουμε με την κουτάλα όταν μαγειρεύουμε ένα φαγητό για να αναμιχθούν καλύτερα τα τρόφιμα μέσα στην κατσαρόλα Βαριέμαι το ανακάτωμα, αλλά αν δεν το κάνω οι άτιμες οι χυλοπίτες πάντα κολλάνε στον πάτο
- μπέρδεμα, συμφυρμός Τα έχω κάνει τώρα όλα σαλάτα στο μυαλό μου. Πω ρε ανακάτωμα! Ας το ξανακοιτάξω αύριο
- η τάση για εμετό, η ναυτία, η ανάγκη κένωσης του στομάχου, η αναγούλα Νιώθω ένα ανακάτωμα. Τι στην ευχή έβαλες στο φαγητό ρε γυναίκα;
- η οργανική ή συναισθηματική απέχθεια, η αηδία, η σιχαμάρα Οταν βλέπω να καθαρίζουν τη μύτη τους στο δρόμο μου έρχεται ανακάτωμα
- η παρέμβαση σε ξένες υποθέσεις και η πρόκληση δυσάρεστων συνεπειών Αμα κοίταζες τη δουλειά σου και όχι τα σούρτα-φέρτα της κουνιάδας σου δεν θα είχαμε τώρα ανακατώματα.
Talk about this word "ανακάτωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ανακάτωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1 "ανακάτωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανακάτωμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}