मिकविन

ανακαλύπτω

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

ανακαλύπτω

  • a.na.kaˈli.pto

यह कहाँ से आया

ανακαλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνακαλύπτω (ξεσκεπάζω), ελληνιστική σημασία «αποκαλύπτω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική découvrir, με ανα- αντί απο- για διάκριση από το αποκαλύπτω, με το οποίο συχνά συγχέεται.

क्रिया ανακαλύπτω · ανακάλυψα · ανακαλύπτομαι · ανακαλύφθηκα · ανακαλύφτηκα · ανεκαλύφθη

  1. βρίσκω πρώτος κάτι που προϋπήρχε, αλλά κανείς δεν ήξερε Ο Χριστόφορος Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική.
  2. βρίσκω τυχαία ή έπειτα από έρευνες κάτι κρυμμένο ή χαμένο Ανακάλυψε τον χαμένο θησαυρό.
  3. μαθαίνω για την ύπαρξη κάποιου (ανθρώπου, αντικειμένου κ.λπ.) όχι πολύ γνωστού, που πριν δεν ήξερα Ανακάλυψα ένα μαγαζί με φτηνά ρούχα.

अंग्रेज़ी में

  • discover find something for the first time

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"ανακαλύπτω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ανακαλύπτω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89

Chicago

"ανακαλύπτω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανακαλύπτω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}