ανακαλώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανακαλώ

Where it comes from

ανακαλώ < αρχαία ελληνική ἀνακαλέω

verb ανακαλώ · ανακαλούσα · θα ανακαλώ · να ανακαλώ · ανακαλώντας

  1. καλώ πίσω κάποιον που με αντιπροσωπεύει, τον αποσύρω από αντιπροσωπία, πρεσβεία κλπ Στη Μόσχα για διαβουλεύσεις ανακάλεσε τον πρέσβη της στην Ουκρανία η Ρωσία (Ναυτεμπορική, 23 Φεβρουαρίου 2014)
  2. παίρνω πίσω, αναιρώ απόφαση, εντολή, κατηγορία ή ύβρη οι ομοσπονδίες των εργαζομένων ζητούν απόν υπουργό να ανακαλέσει το νομοσχέδιο
  3. επαναφέρω στη μνήμη μου, θυμάμαι
  4. καλώ για έλεγχο ένα ελαττωματικό προϊόν ιαπωνική αυτοκινητοβιομηχανία αναγκάζεται να ανακαλέσει χιλιάδες αυτοκίνητα λόγω προβλήματος στον αερόσακο

In English

  • revoke to cancel or invalidate by withdrawing or reversing
  • retract to take back or withdraw (something that has been said or written) — see also di
  • go back on fail to keep, renege on

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανακαλώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανακαλώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E

Chicago

"ανακαλώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανακαλώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}