ανακατωσούρας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανακατωσούρας

  • a.na.ka.toˈsu.ɾas

Where it comes from

ανακατωσούρας < ανακατωσούρ(α) (ουσιαστικό) + -ας ή ανακατωσούρ(ης) με τροπή σε -ας. Δείτε και -ούρας. • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

adjective ανακατωσούρας · ανακατωσούρα · ανακατωσούρικο

  1. offensive, σκωπτικό που του αρέσει, ή απλά συνηθίζει, να μπλέκει σε υποθέσεις που δεν τον αφορούν και να προκαλεί αναστάτωση ή μπερδέματα

Similar: ανακατωσιάρης

noun ανακατωσούρας

  1. genitive, singular γενική ενικού του ανακατωσούρα

Thesaurus

adjective

Similar: ανακατωσιάρης

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανακατωσούρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%89%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανακατωσούρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%89%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"ανακατωσούρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%89%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανακατωσούρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%89%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}