ανακεφαλαίωση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανακεφαλαίωση
Where it comes from
ανακεφαλαίωση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀνακεφαλαιόομαι / ἀνακεφαλαιοῦμαι < κεφαλή
noun ανακεφαλαίωση · ανακεφαλαιώσεις · ανακεφαλαίωσης · ανακεφαλαιώσεων
- η επανάληψη πληροφοριών και στοιχείων σε συνοπτική μορφή, η επανάληψη των κεντρικών σημείων μιας ενότητας
- η εξεύρεση κεφαλαίων για μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα (π.χ. τράπεζες)
- ο ανατοκισμός όταν κάποιος λαμβάνει δάνειο και δεν το εξοφλεί (οπότε οι τόκοι θεωρούνται κεφάλαιο που δανείστηκε και στο εξής τοκίζονται σαν το κεφάλαιο που πράγματι δανείστηκε ο δανειολήπτης) αλλά και αντιστρόφως η αύξηση του κεφαλαίου λόγω τόκων ενός καταθέτη σε μια τράπεζα όσο το κεφάλαιο και οι τόκοι παραμένουν κατατεθειμένοι με προθεσμιακή κατάθεση και εφ' όσον ο καταθέτης δεν κάνει ανάληψη μετά το πέρας της πρώτης προθεσμίας -οπότε οι τόκοι της πρώτης περιόδου λογίζονται στο εξής ως νέο κεφάλαιο και τοκίζονται
In English
- recapitulation subsequent enumeration of the major points
Talk about this word "ανακεφαλαίωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ανακεφαλαίωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7 "ανακεφαλαίωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανακεφαλαίωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}