ανακουφίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανακουφίζω
Where it comes from
ανακουφίζω < αρχαία ελληνική ἀνακουφίζω
verb ανακουφίζω · ανακούφιζα · θα ανακουφίζω · να ανακουφίζω · ανακουφίζοντας
- απαλλάσσω τελείως από πόνο ή ψυχικό βάρος ή, τουλάχιστον, τα μετριάζω ※ ...άρχισαν να φεύγουν ένας ένας με την απορία πώς ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να είναι τόσο σκληροί κι ανάλγητοι. Αλλά και πόσο άδικος είναι ο... Γιαραμπής, που δεν έλεγε να βάλει το χεράκι του ν' ανακουφίσει τον ατελείωτο κι ασίγαστο πόνο τους. (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εάλω η Σμύρνη. Δακρυσμένη Μικρ
In English
Talk about this word "ανακουφίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ανακουφίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AF%CE%B6%CF%89 "ανακουφίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανακουφίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}