ανακούρκουδα
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
ανακούρκουδα
Από πού έρχεται
ανακούρκουδα < μεσαιωνική ελληνική ἀνακούρκουδα < ελληνιστική κοινή κλωκυδά < ὀκλαδόν < αρχαία ελληνική ὀκλάζω < κλάω / κλῶ
επίρρημα ανακούρκουδα
- σε στάση με βαθύ κάθισμα, όπου τα γόνατα είναι λυγισμένα και η στήριξη του σώματος είναι συνήθως από τα δάκτυλα των ποδιών ※ Οι γυναίκες, καθισμένες ανακούρκουδα, κάτι κοπανίζανε σε μεγάλα πέτρινα γουδιά. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1988) Από την άλλη όχθη του χρόνου [μυθιστόρημα])
- οκλαδόν
-
πέφτοντας ανάποδα και με το κεφάλι, ανάκυρτα, ανάσκελα
Παρόμοιες: ανακούρδικα, ανακούρδουκα
Στα αγγλικά
- squat sitting low on the heels
Συζήτησε αυτή τη λέξη "ανακούρκουδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ανακούρκουδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1 "ανακούρκουδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {ανακούρκουδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}