ανακυκλώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανακυκλώνω
Where it comes from
ανακυκλώνω < αρχαία ελληνική ἀνακυκλόω-ἀνακυκλῶ (ίσως και ἀνακυκλέω)
verb ανακυκλώνω · ανακύκλωνα · θα ανακυκλώνω · να ανακυκλώνω · ανακυκλώνοντας
- επαναλαμβάνω, μεταφέρω μια είδηση, μια συνήθεια, μια φράση, μια τάση χωρίς να την επεξεργαστώ, μιμητικά, τη διαιωνίζω και την παγιώνω, την εδραιώνω χωρίς να της αξίζει
- κάνω ή λέω τα ίδια και τα ίδια, κλωθογυρίζω χωρίς να ξεφεύγω από ένα φαύλο κύκλο, ξαναγυρίζω στο ίδιο σημείο
- δεν καταστρέφω κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ως έχει είτε με επεξεργασία και το προωθώ για ανακύκλωση
- περικυκλώνω
In English
- recycle to break down and reuse component materials
Talk about this word "ανακυκλώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%BA%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ανακυκλώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%BA%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89 "ανακυκλώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%BA%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανακυκλώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%BA%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}