ανακυκλώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανακυκλώνω

Where it comes from

ανακυκλώνω < αρχαία ελληνική ἀνακυκλόω-ἀνακυκλῶ (ίσως και ἀνακυκλέω)

verb ανακυκλώνω · ανακύκλωνα · θα ανακυκλώνω · να ανακυκλώνω · ανακυκλώνοντας

  1. επαναλαμβάνω, μεταφέρω μια είδηση, μια συνήθεια, μια φράση, μια τάση χωρίς να την επεξεργαστώ, μιμητικά, τη διαιωνίζω και την παγιώνω, την εδραιώνω χωρίς να της αξίζει
  2. κάνω ή λέω τα ίδια και τα ίδια, κλωθογυρίζω χωρίς να ξεφεύγω από ένα φαύλο κύκλο, ξαναγυρίζω στο ίδιο σημείο
  3. δεν καταστρέφω κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ως έχει είτε με επεξεργασία και το προωθώ για ανακύκλωση
  4. dated, παρωχημένο περικυκλώνω

In English

  • recycle to break down and reuse component materials

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανακυκλώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%BA%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανακυκλώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%BA%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"ανακυκλώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%BA%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανακυκλώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%BA%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}