αναλόγως
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναλόγως
Where it comes from
αναλόγως < (καθαρεύουσα) ἀναλόγως < μεσαιωνική ελληνική ἀναλόγως και ἀνάλογα < αρχαία ελληνική ἀναλόγως
adverb αναλόγως
- ανάλογα, βλέποντας και κάνοντας Δεν μπορώ να δεσμευθώ, θα κινηθώ αναλόγως με το πώς θα πάει το παιδί στις Πανελλήνιες, γιατί αν δεν περάσει Αθήνα....
- κατ' αναλογία, με τρόπο ανάλογο προς μεγέθη Ο φόρος πρέπει να υπολογίζεται αναλόγως με το πραγματικό εισόδημα καθενός (να είναι ανάλογος προς αυτόν)
Talk about this word "αναλόγως." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%89%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αναλόγως. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%89%CF%82 "αναλόγως." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%89%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναλόγως},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CF%89%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}