αναλώσιμος
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
αναλώσιμος
Откуда оно
αναλώσιμος < αναλώνω
прилагательное αναλώσιμος · αναλώσιμη · αναλώσιμο · αναλώσιμου · αναλώσιμης
- που μπορεί να αναλωθεί, να ξοδευτεί
- όρος της βιομηχανίας τροφίμου για το χρονικό όριο ασφαλούς κατανάλωσης των προϊόντων αναλώσιμο έως 3/3/2025
- που δεν αξίζει να σωθεί, που δεν στοιχίζει τίποτε να χαθεί -ακόμα και για ανθρώπους Έστειλαν ταυς ανώνυμους σαν φανταράκια στο Ιράκ γιατί ήταν αναλώσιμοι ενώ κράτησαν στο υπουργείο Άμυνας γραφιάδες όσους ήταν συγγενείς πολιτικών ή επιχειρηματιών
По-английски
- expendable able to be expended
- consumable that is consumed
Обсудить это слово "αναλώσιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αναλώσιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82 "αναλώσιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {αναλώσιμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}