αναμειγνύω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναμειγνύω
- a.na.miˈɣni.o
Where it comes from
αναμειγνύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναμείγνυμι
verb αναμειγνύω · αναμειγνύομαι · αναμείγνυα · θα αναμειγνύω · να αναμειγνύω
- ανακατεύω υλικά στοιχεία (πχ διαφορετικά υγρά) Πρέπει να τα αναμείξεις καλά - Πρέπει να αναμειχθούν καλά
- ανακατεύω κάποιον ή σε μια δυσάρεστη υπόθεση ή σε μια υπόθεση στην οποία δεν είχε φυσική θέση και αυτό προκαλεί με τη σειρά του δυσάρεστα επακόλουθα Γιατί ανέμειξες τη μητέρα σου στα προσωπικά μας;
Talk about this word "αναμειγνύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%B3%CE%BD%CF%8D%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αναμειγνύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%B3%CE%BD%CF%8D%CF%89 "αναμειγνύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%B3%CE%BD%CF%8D%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναμειγνύω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CE%B3%CE%BD%CF%8D%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}