αναμεταξύ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναμεταξύ
Where it comes from
αναμεταξύ < ἀναμεταξύ στην καθαρεύουσα και μεσαιωνική ελληνική και (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀνά και μεταξύ (μετά + ξύν)
adverb αναμεταξύ
- στο μεσοδιάστημα, εν τω μεταξύ, στο μεταξύ, από την πρώτη χρονική αναφορά μέχρι την επόμενη, από τότε μέχρι τώρα Αποφασίσαμε κατά τις 10 να πάμε για σουβλάκι και μπυρίτσες και τηλεφωνήσαμε στο Σάκη να έρθει κι όλο χαρά ετοιμαστήκαμε να φύγουμε, αλλά αναμεταξύ νά σου, γυρνάει σπίτι η γυναίκα μου και λέει "θα σας φτιάξω μια πίτσα να κάτσετε μέσα να μην ξοδεύεστε"
- μεταξύ δύο περιοχών (παρωχημένο)
- μεταξύ δύο παραγόντων, κυρίως ανθρώπων Ας τα βρούνε αναμεταξύ τους, μην ανακατεύεσαι
Talk about this word "αναμεταξύ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BE%CF%8D. Accessed 7 Nov. 2026. αναμεταξύ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BE%CF%8D "αναμεταξύ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BE%CF%8D.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναμεταξύ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BE%CF%8D},
urldate = {2026-11-07}
}