αναμφίλεκτος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναμφίλεκτος
- a.naɱˈfi.le.ktos
Where it comes from
αναμφίλεκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναμφίλεκτος < ἀν- στερητικό + ἀμφιλέγω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
adjective αναμφίλεκτος · αναμφίλεκτη · αναμφίλεκτο · αναμφίλεκτου · αναμφίλεκτης
- που γίνεται καθολικά αποδεκτός χωρίς να υπάρχει καμία αντίρρηση Και φτάνουμε έτσι στο μεσοστράτι της ζωής μας ή και στα γεράματα συνεχίζοντας να υποστηρίζουμε σαν αναμφίλεκτη αλήθεια τους αυτοεγκωμιαστικούς θρύλους και τα ανιστόρητα σχήματα με τα οποία μας εφοδίασε η επίσημη, καθαρισμένη ιστορία, πρώτο μέλημα της οποίας δεν είναι η συλλογική αυτογνωσία, όσο πικρ
Similar: αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος, αδιάσειστος, αναμφίβολος, αδιαφιλονίκητος, εξακριβωμένος · Opposite: αμφιλεγόμενος
Thesaurus
adjective
Similar: αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος, αδιάσειστος, αναμφίβολος, αδιαφιλονίκητος, εξακριβωμένος · Opposite: αμφιλεγόμενος
In English
- unambiguous clear, and having no uncertainty or ambiguity
Talk about this word "αναμφίλεκτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αναμφίλεκτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82 "αναμφίλεκτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναμφίλεκτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}