αναπήνιση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναπήνιση
Where it comes from
αναπήνιση < αρχαία ελληνική ἀναπηνίζομαι
noun αναπήνιση · αναπηνίσεις · αναπήνισης · αναπηνίσεων
- η διαδικασία του ξετυλίγματος του νήματος που ύφανε ο μεταξοσκώληκας Για να γίνει το κουκούλι ύφασμα, απαιτούνται δύο διαδικασίες: η νηματοποίηση και η ύφανση. Κατά την πρώτη, τη νηματοποίηση, γίνεται η αναπήνιση των καλών κουκουλιών (*)
Similar: νηματοποίηση, ξετυλιγάδιασμα
Thesaurus
noun
Similar: νηματοποίηση, ξετυλιγάδιασμα
Talk about this word "αναπήνιση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%AE%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αναπήνιση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%AE%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%B7 "αναπήνιση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%AE%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναπήνιση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%AE%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}