αναπαμός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναπαμός

Where it comes from

αναπαμός < ανά (πλήρως, παντού) + παύω + κατάληξη -μος

noun αναπαμός · αναπαμοί · αναπαμού · αναπαμών · αναπαμό · αναπαμούς

  1. Η ανάπαυση, η ξεκούραση, το γαλήνεμα φυσικών στοιχείων ή ανθρώπων, η ηρεμία, η ανάπαυλα, ιδιωματικά λέγεται και αναπαημός ※ Περπατάγανε τριανταδυό μερόνυχτα δίχως αναπαμό. (Τάκης Αδάμος Όσο χτυπάει η καρδιά [διήγημα])
  2. Αυτό το παιδί αναπαμό δεν έχει! (δεν ησυχάζει ούτε αφήνει τους άλλους να ησυχάσουν)
  3. Πολύ δραστήριος άνθρωπος, δεν έχει αναπαμό! (δεν παίρνει ανάσα από την πολλή δουλειά)
  4. Η θάλασσα στο Κάβο Ντόρο αναπαμό δεν έχει (δεν γαληνεύει ποτέ)

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναπαμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναπαμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"αναπαμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναπαμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}