αναπαμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναπαμός
Where it comes from
αναπαμός < ανά (πλήρως, παντού) + παύω + κατάληξη -μος
noun αναπαμός · αναπαμοί · αναπαμού · αναπαμών · αναπαμό · αναπαμούς
- Η ανάπαυση, η ξεκούραση, το γαλήνεμα φυσικών στοιχείων ή ανθρώπων, η ηρεμία, η ανάπαυλα, ιδιωματικά λέγεται και αναπαημός ※ Περπατάγανε τριανταδυό μερόνυχτα δίχως αναπαμό. (Τάκης Αδάμος Όσο χτυπάει η καρδιά [διήγημα])
- Αυτό το παιδί αναπαμό δεν έχει! (δεν ησυχάζει ούτε αφήνει τους άλλους να ησυχάσουν)
- Πολύ δραστήριος άνθρωπος, δεν έχει αναπαμό! (δεν παίρνει ανάσα από την πολλή δουλειά)
- Η θάλασσα στο Κάβο Ντόρο αναπαμό δεν έχει (δεν γαληνεύει ποτέ)
Talk about this word "αναπαμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αναπαμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CF%82 "αναπαμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναπαμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}