믹윈

αναπαράσταση

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

αναπαράσταση

  • a.na.paˈɾa.sta.si

어원

αναπαράσταση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀναπαράστα(σις), ήδη το 1843 + -ση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική représentation → δείτε τις λέξεις αναπαριστάνω και αναπαριστώ

:* για την εικαστική απεικόνιση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική reproduction, ως συνώνυμου του représentation

명사 αναπαράσταση · αναπαραστάσεις · αναπαράστασης · αναπαραστάσεων

  1. η κατά εικασίες επανάληψη μιας εγκληματικής πράξης για να διερευνηθούν ακριβέστερα οι συνθήκες τέλεσης, να διευκολυνθεί η αναζήτηση του δράστη ή και να αποκλεισθεί η ομολογία ενός ατόμου που παραδόθηκε ως δράστης χωρίς να έχει διαπράξει αυτός το έγκλημα αναπαράσταση εγκλήματος
  2. γεγονότος από το παρελθόν ή προσώπου Οι μουσουλμάνοι δεν δέχονται τις αναπαραστάσεις αγίων.
  3. το ζωντάνεμα ενός σκηνικού, μιας σκηνής από το παρελθόν (με έμψυχα ή άψυχα στοιχεία) σε τρισδιάστατη απόδοση, σε πλαστική απεικόνιση αναπαράσταση των ανακτόρων της Κνωσσού σε μακέτα

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"αναπαράσταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναπαράσταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"αναπαράσταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναπαράσταση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}