αναπνοή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναπνοή

  • a.na.pnoˈi

Where it comes from

αναπνοή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀναπνοή < ἀναπνέω, ἀναπνο- +-ή (όπως και πνέω > πνοή) < ἀνα- + πνέω

noun αναπνοή · αναπνοές · αναπνοής · αναπνοών

  1. η ενέργεια του αναπνέω ※ τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά
  2. η εισπνοή αέρα από τη μύτη και το στόμα και η εκπνοή του
  3. για φυτά η πρόσληψη οξυγόνου και η αποβολή διοξειδίου του άνθρακα
  4. figuratively, μεταφορικά μια στιγμιαία ανάπαυλα

Similar: ανάσα

Thesaurus

noun

Similar: ανάσα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναπνοή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναπνοή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%AE

Chicago

"αναπνοή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναπνοή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}