αναπτύσσω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναπτύσσω

  • a.naˈpti.so

Where it comes from

αναπτύσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναπτύσσω < ἀνά + πτύσσω (διπλώνω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική développer

verb αναπτύσσω · ανέπτυξα · αναπτύσσομαι · αναπτύχθηκα · ανεπτυγμένος · αναπτυγμένος

  1. απλώνω, ξετυλίγω, ανοίγω μια κατασκευή Οι δυνάμεις του εχθρού αναπτύχθηκαν σε όλο το εύρος του μετώπου.
  2. αυξάνω, μεγαλώνω, επεκτείνω η οικονομία αναπτύσσεται
  3. αυξάνω σωματικά το παιδί πρέπει να τρώει καλά γιατί αναπτύσσεται
  4. εξελίσσω πνευματικά ή ψυχικά, προάγω, καλλιεργώ Ο άνθρωπος χρειάζεται εμπειρίες για να αναπτυχθεί ο εγκέφαλος και οι ικανότητές του.
  5. παρουσιάζω ένα θέμα εξηγώντας τα βασικά του στοιχεία το θέμα δεν αναπτύχθηκε σωστά
  6. αυξάνω Το ΙΧ των ληστών ανέπτυξε ταχύτητα και χάθηκε μέσα στη νύχτα.
  7. δημιουργώ, σχηματίζω ανάμεσά τους αναπτύχθηκε γρήγορα μια τρυφερή σχέση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναπτύσσω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναπτύσσω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89

Chicago

"αναπτύσσω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναπτύσσω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}