αναπτύσσω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναπτύσσω
- a.naˈpti.so
Where it comes from
αναπτύσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναπτύσσω < ἀνά + πτύσσω (διπλώνω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική développer
verb αναπτύσσω · ανέπτυξα · αναπτύσσομαι · αναπτύχθηκα · ανεπτυγμένος · αναπτυγμένος
- απλώνω, ξετυλίγω, ανοίγω μια κατασκευή Οι δυνάμεις του εχθρού αναπτύχθηκαν σε όλο το εύρος του μετώπου.
- αυξάνω, μεγαλώνω, επεκτείνω η οικονομία αναπτύσσεται
- αυξάνω σωματικά το παιδί πρέπει να τρώει καλά γιατί αναπτύσσεται
- εξελίσσω πνευματικά ή ψυχικά, προάγω, καλλιεργώ Ο άνθρωπος χρειάζεται εμπειρίες για να αναπτυχθεί ο εγκέφαλος και οι ικανότητές του.
- παρουσιάζω ένα θέμα εξηγώντας τα βασικά του στοιχεία το θέμα δεν αναπτύχθηκε σωστά
- αυξάνω Το ΙΧ των ληστών ανέπτυξε ταχύτητα και χάθηκε μέσα στη νύχτα.
- δημιουργώ, σχηματίζω ανάμεσά τους αναπτύχθηκε γρήγορα μια τρυφερή σχέση
In English
- develop to progress
Talk about this word "αναπτύσσω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αναπτύσσω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89 "αναπτύσσω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναπτύσσω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}