ميكوين

αναρρίχηση

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αναρρίχηση

  • a.naˈɾi.çi.si

من أين أتت

αναρρίχηση < αναρριχώμαι

اسم αναρρίχηση · αναρριχήσεις · αναρρίχησης · αναρριχήσεων

  1. το να σκαρφαλώνει κάποιος σε ύψωμα με μεγάλη κλίση
  2. αθλητισμός αγώνισμα που απαιτεί ανάβαση σε ύψωμα με μεγάλη κλίση που απαιτεί να χρησιμοποιήσει κανείς και τα χέρια του και πιθανόν ειδικό εξοπλισμό
  3. figuratively, μεταφορικά η ανοδική πορεία κάποιου σε αξιώματα ή επαγγελματικές θέσεις, ακόμη και με αθέμιτο τρόπο

مشابه: σκαρφάλωμα

المرادفات والأضداد

اسم

مشابه: σκαρφάλωμα

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αναρρίχηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναρρίχηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"αναρρίχηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναρρίχηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}