αναρρόφηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναρρόφηση

  • a.naˈɾo.fi.si

Where it comes from

αναρρόφηση < αναρροφώ, (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναρρόφη(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε ανα- + ρόφηση με διπλασιασμό ρρ

noun αναρρόφηση · αναρροφήσεις · αναρρόφησης · αναρροφήσεων

  1. μηχανική η δημιουργία ροής υγρού ή αερίου μέσα σε σωλήνα με ρούφηγμα
  2. μηχανολογία η μία από τις δύο λειτουργίες αντλίας διπλής ενεργείας.
  3. ιατρική η ανάποδη κίνηση των υγρών του στομάχου προς τα πάνω (προς τον οισοφάγο, έως το στόμα) (καταχρηστικά) η εισρόφηση

In English

  • suction the process of creating an imbalance in pressure to draw matter from one place t

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναρρόφηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναρρόφηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"αναρρόφηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναρρόφηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}