αναρχικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναρχικός

Where it comes from

αναρχικός < → λείπει η ετυμολογία

adjective αναρχικός · αναρχική · αναρχικό · αναρχικού · αναρχικής

  1. που υποστηρίζει την αναρχία ως πολιτική ιδεολογία και κοινωνικό σύστημα
  2. που δεν περιορίζεται από τις καθιερωμένες αρχές ※ Το ελληνικό πάνθεο δέχθηκε εκείνη την εποχή περισσότερους ξένους θεούς από ό,τι ποτέ άλλοτε... Από την άλλη πλευρά, οι βάρβαροι όχι μόνο δέχθηκαν και αυτοί τους θεούς των Ελλήνων, αλλά και συγχώνευσαν πολλούς από τους δικούς τους θεούς με τους θεούς των Ελλήνων. Ήταν μια εποχή αναρχικού συγκρητισμ

Opposite: κρατιστής, αντιαναρχικός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναρχικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναρχικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αναρχικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναρχικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}