αναρχικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναρχικός
Where it comes from
αναρχικός < → λείπει η ετυμολογία
adjective αναρχικός · αναρχική · αναρχικό · αναρχικού · αναρχικής
- που υποστηρίζει την αναρχία ως πολιτική ιδεολογία και κοινωνικό σύστημα
- που δεν περιορίζεται από τις καθιερωμένες αρχές ※ Το ελληνικό πάνθεο δέχθηκε εκείνη την εποχή περισσότερους ξένους θεούς από ό,τι ποτέ άλλοτε... Από την άλλη πλευρά, οι βάρβαροι όχι μόνο δέχθηκαν και αυτοί τους θεούς των Ελλήνων, αλλά και συγχώνευσαν πολλούς από τους δικούς τους θεούς με τους θεούς των Ελλήνων. Ήταν μια εποχή αναρχικού συγκρητισμ
Opposite: κρατιστής, αντιαναρχικός
Thesaurus
adjective
Opposite: κρατιστής, αντιαναρχικός
In English
- anarchist believer in anarchism
Talk about this word "αναρχικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αναρχικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αναρχικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναρχικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}