αναστέλλω
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
αναστέλλω
它从哪里来
αναστέλλω < αρχαία ελληνική ἀναστέλλω
动词 αναστέλλω · ανέστελλα · αναστείλω · ανέστειλα · αναστέλλομαι · ανεσταλμένος
- σταματώ κάτι ίσως προσωρινά ίσως και για πάντα, αναβάλλω κάτι μάλλον για πολύ, όμως δεν το ακυρώνω και επίσημα οριστικά αναστάλθηκε η εφαρμογή του νέου νόμου μετά την κατακραυγή των συνδικάτων
英语
讨论这个词 "αναστέλλω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αναστέλλω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CF%89 "αναστέλλω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CF%89.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {αναστέλλω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}