αναστατωμένος
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
αναστατωμένος
Από πού έρχεται
αναστατωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αναστατώνω
ρήμα αναστατωμένος · αναστατωμένη · αναστατωμένο · αναστατωμένου · αναστατωμένης
- που έχει αναστατωθεί, που έχει ανησυχήσει για κάτι Ήμουν αναστατωμένη όλη νύχτα, γιατί το παιδί αργούσε να γυρίσει και δεν απαντούσε ούτε στο κινητό μέχρι τις 5 το πρωι!
- που βρίσκεται σε αναστάτωση, αταξία Βρήκα τα πάντα αναστατωμένα. Οι διαρρήκτες τα έκαν όλα άνω-κάτω για να βρουν λεφτά, αλλά τους είχε προλάβει η εφορία
- που δεν λειτουργεί εύρυθμα Είναι αναστατωμένος ο οργανισμός μου. Φταίνε ή τα γαστρεντερικά μου ή ο θυρεοειδής πάλι.
Συζήτησε αυτή τη λέξη "αναστατωμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αναστατωμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "αναστατωμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {αναστατωμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}