αναστατώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναστατώνω
Where it comes from
αναστατώνω < ἀναστατώνω και (μεσαιωνικό) ἀναστατῶ και ἀνασταίνω (σηκώνω όρθιο) οπότε και διαχωρίσθηκαν νοηματικά οι οικογένειες όσων λέξεων συγγένευαν εννοιολογικά με την ανάσταση(σηκώνω + στατώ) και σε όσες συγγένευαν με την αναστάτωση (ανακατεύω) και το ἀναστατόω < αρχαία ελληνική ἀναστατέω-ἀναστατῶ (καταστρέφω, ξεσπιτώνω, αναγκάζω κάποιον να ξεσηκωθεί από το σπίτι του)< ἀνίστημι και ἀνίσταμαι < ἄνω + ἵστημι
verb αναστατώνω · αναστατώνομαι · αναστάτωνα · θα αναστατώνω · να αναστατώνω
- διασαλεύω σημαντικά την τάξη, ανακατεύω αντικείμενα, φέρνω τα πάνω-κάτω, προκαλώ ακαταστασία οι διαρρήκτες αναστάτωσαν το σπίτι, αλλά δε βρήκαν τίποτα
- για ζωντανά πλάσματα, διαταράσσω τη ζωή τους, προκαλώ αναστάτωση, τα ταράζω η χρεωκοπία αναστάτωσε τη ζωή όλης της Ελλάδας
- ξεσηκώνω συναισθηματικά, ερωτικά ή και σεξουαλικά αυτός ο άνδρας/γυναίκα με αναστατώνει
In English
- distress to cause strain or anxiety
Talk about this word "αναστατώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αναστατώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89 "αναστατώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναστατώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}