αναστολέας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αναστολέας
Where it comes from
αναστολέας < αναστολ(ή) + (-εύς) -έας < αναστέλλω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arrêt ή από την αγγλική stopper
noun αναστολέας · αναστολείς · αναστολέα · αναστολέως · αναστολέων
- που αναστέλλει
- μηχανικό σύστημα ή χημική ουσία που αναστέλλει μια λειτουργία ο αναστολέας διαφορικού στο αυτοκίνητο, δηλαδή ο μηχανισμός που τίθεται σε λειτουργία όταν ένας από τους τροχούς χάνει την πρόσφυσή του, οπότε πρέπει με κάποιο τρόπο να μειωθεί ή να σταματήσει η λειτουργία του διαφορικού
In English
- inhibitor substance slowing a reaction
Talk about this word "αναστολέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αναστολέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%B1%CF%82 "αναστολέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αναστολέας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}