αναστολή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αναστολή

Where it comes from

αναστολή < αρχαία ελληνική ἀναστολή < ἀναστέλλω

noun αναστολή · αναστολές · αναστολής · αναστολών

  1. η διακοπή μιας ενέργειας για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα
  2. η προσωρινή παύση της ισχύος ενός νόμου ή του συντάγματος
  3. η αναβολή εκτέλεσης μιας ποινής για καθορισμένο χρονικό διάστημα· εάν αυτό το διάστημα περάσει χωρίς ο καταδικασμένος να υποπέσει σε άλλο παράπτωμα, τότε απαλλάσσεται από την υποχρέωση έκτισης της ποινής καταδικάστηκε σε 7 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή
  4. πληροφορική η προσωρινή διακοπή εκτελέσεων εντολών μαζί με την κατανάλωση ελάχιστης ή καθόλου ενέργειας, αλλά με τρόπο που επιτρέπει την γρήγορη επιστροφή στις εργασίες που διακόπηκαν αφήνω τον υπολογιστή μου ανοιχτό αλλά έβαλα ρύθμιση να μπαίνει σε αναστολή μετά από 60 λεπτά χωρίς δραστηριότητα
  5. δισταγμός να κάνω κάτι (κυρίως για ηθικούς λόγους) αν παραβείτε τη συμφωνία μας, δεν θα έχω καμία αναστολή να ζητήσω την ποινική σας δίωξη

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αναστολή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αναστολή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE

Chicago

"αναστολή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αναστολή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}